Συνέντευξη με την Στέλλα Παπασαραφιανού
Πάμε να τα πούμε λίγο με την Στέλλα Παπασαραφιανού!

Στέλλα, θα ήθελα να σε ευχαριστήσω που ήρθες μέχρι την εγκαταλελειμμένη, ξύλινη καλύβα του προπάππου μου στο στοιχειωμένο δάσος δίπλα στη λίμνη. Ελπίζω να αισθάνεσαι βολικά στην φαγωμένη καρέκλα που τρίζει ακόμα κι όταν κουνάς τα μάτια. Λοιπόν, χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις, πες μας σε παρακαλώ πολύ τι γράφεις και ποιες είναι οι συγγραφικές σου προτιμήσεις. Δώσε μας λίγα στοιχεία για τα έργα σου!
Καλώς σε βρήκα στο φιλόξενο σπιτικό σου, Κωνσταντίνε! Ξέρω ήδη ότι είμαστε απόλυτα ασφαλείς με τον Τόργκο και τον Άλαχιρ να φυλάνε τα νώτα μας εκεί έξω! Τους ευχαριστώ πολύ που μ’ έφεραν μέχρι εδώ πριν συνεχίσουν το ξημέρωμα τη ριψοκίνδυνη αποστολή τους! Και πριν ξεκινήσω, κανείς μη χάσει την ευκαιρία να τους ανταμώσει! Ένα μοναδικά περιπετειώδες ταξίδι περιμένει όποιον τους συντροφεύσει έως τον τελικό τους προορισμό, τη γεμάτη απόκρυφα μυστήρια «Λίμνη του Μάρτυρα»! Είναι σίγουρο πως όποιος ακολουθήσει τη διαδρομή τους μέχρι τέλους, αυτή η εμπειρία θα τον ανταμείψει με το παραπάνω! Αρχίζοντας λοιπόν, από τα βασικά: σ΄ ευχαριστώ πολύ, Κωνσταντίνε, για την πρόσκλησή σου που με τιμάει και μου δίνει ιδιαίτερη χαρά ανοίγοντας μια άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση για τη λογοτεχνία του φανταστικού, και ειδικότερα για αυτή του τρόμου! Κατά κύριο λόγο, μου αρέσει πολύ να γράφω σύντομες horror ιστορίες κάτι που έκανα κατά καιρούς από την εφηβεία μου, όμως, τα τελευταία χρόνια άρχισα να ασχολούμαι με αυτό πιο συστηματικά και συνειδητοποιημένα. Ωστόσο, διαβάζω και άλλα είδη, όπως μυστηρίου και επιστημονικής φαντασίας, απλώς εκεί έχω δώσει πιο φειδωλά τα δείγματα γραφής μου. Το «Αντέχεις το Σκοτάδι;» είναι το πρώτο μου βιβλίο που κυκλοφόρησε φέτος την άνοιξη από τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές. Εκδόθηκε ως νικητήριο βραβείο για την πρώτη θέση που κατέλαβε το sci-fi διήγημά μου «Όνειρα από άνθρωπο και από ατσάλι» στον διαγωνισμό Βραβείων Λογοτεχνίας του Φανταστικού Larry Niven 2023. Το «Αντέχεις το Σκοτάδι;» συνιστά μία συλλογή διηγημάτων τρόμου, με το καθένα από αυτά να εκτυλίσσεται σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο δράσης. Ορισμένα τοποθετούνται στη σύγχρονη εποχή, και άλλα στο παρελθόν. Μερικά περιλαμβάνουν έντονο το στοιχείο του μεταφυσικού τρόμου, ενώ σε άλλα είναι διάχυτος ο τρόμος σε πιο ρεαλιστικές διαστάσεις. Επίσης, σε μερικά διηγήματά μου υπάρχει ένας συγκερασμός των εν λόγω κατηγοριών τρόμου. Γενικότερα, σε κάθε μου ιστορία είναι σημαντικό για ‘μένα το να μπορώ να αποδώσω υποβλητικά το περικείμενο κάθε περιόδου και την ατμόσφαιρα του σήμερα ή του τότε, διοχετεύοντας στους μύθους μου όσο το δυνατόν πιο παραστατικά και άμεσα αλήθειες και ανησυχίες που μοιράζονται κάτι κοινό με τον αναγνώστη. Επίσης, να συμπληρώσω εδώ πως έχει εκδοθεί ακόμη μία ιστορία μου με τίτλο «Μία εικόνα ίσον χίλιες λέξεις», η οποία διακρίθηκε στην τρίτη θέση στον διαγωνισμό «Δέκα Χρόνια Παράξενες Μέρες», και έπειτα τυπώθηκε στην ομώνυμη συλλογή διηγημάτων που είναι υποψήφια στις κατηγορίες “Καλύτερου Εξωφύλλου” και “Καλύτερης Συλλογής Ελλήνων Συγγραφέων” στα φετινά Βραβεία Everlies.
Έκανα μία λεπτομερή έρευνα (goόglαρα) και εκτός από το βιβλίο σου είδα να εμφανίζεσαι και στο site των Unboxholics. Θες να μας πεις λίγα λόγια για το πώς προέκυψε; Επίσης, αποτέλεσε το κανάλι έμπνευση για να ασχοληθείς με το horror ή προϋπήρχε η αγάπη για το είδος;
Η αγάπη μου για το horror είδος, πράγματι, υπήρχε ήδη από την εφηβεία μου, όπως ανέφερα και προηγουμένως, και νομίζω πως έκτοτε είτε συνειδητά είτε ασυναίσθητα την ενίσχυα μέσα από συγκεκριμένες επιλογές και ενέργειές μου. Η συνεργασία μου με τους Unboxholics ξεκίνησε τον Μάιο του 2017 και ολοκληρώθηκε πέρυσι, τον Αύγουστο του 2023. Ήταν μία ωραία συνεργασία που μου έδωσε πολλά γόνιμα ερεθίσματα και εμπειρίες, ενώ ενδυνάμωσε την αγάπη μου για τις ιστορίες που διαδραματίζονται στο πανί της Μεγάλης Οθόνης, καθώς τις λατρεύω και αυτές! Στο site των Unboxholics, ήμουν στο πεδίο της κριτικής ταινιών και σειρών, επιμελούμουν ειδήσεις, συνεντεύξεις, αφιερώματα, άρθρα για αναγνωρισμένους θεσμούς, γεγονότα και φεστιβάλ του κινηματογράφου, και υπήρχε πολύ καλή δυναμική στην επικοινωνία μου με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας που τους ευχαριστώ για αυτήν την όμορφη αλληλεπίδραση, και εύχομαι στο καθέναν τους ξεχωριστά να συνεχίσουν να κάνουν πάντα ό,τι τους γεμίζει και τους εξελίσσει!
Τι πιστεύεις είναι πιο τρομαχτικό; Ένας συγγραφέας που πιστεύει πως από το πρώτο του κιόλας βιβλίο θα κατακτήσει την Ελληνική Λογοτεχνική Σκηνή ή ένας συγγραφέας που παρά την διαρκή παραγωγή αξιόλογων έργων παραμένει σε χαμηλές πωλήσεις;
Στα δικά μου μάτια ως έναν βαθμό φαντάζουν εξίσου τρομακτικά και τα δύο, για διαφορετικούς λόγους το καθένα. Θα έλεγα πως όταν κάποιος ξεκινάει να γράφει πρέπει να έχει ξεκάθαρο στο μυαλό του το γιατί το κάνει. Για ‘μένα, πριν ξεκινήσεις οτιδήποτε, σημασία έχει να ξέρεις ότι σε εκφράζει στ’ αλήθεια. Αυτό ακριβώς χρειάζεται και όταν επιχειρεί κάποιος να πάρει το βάπτισμα του πυρός ως δημιουργός στον χώρο της Ελληνικής Λογοτεχνίας. Είναι καλό να έχει στο μυαλό του τι τον/την αντιπροσωπεύει πραγματικά, ποια είναι τα δυνατά σημεία της γραφής του, ποια τα αδύναμα που επιδέχονται βελτίωση, και καθοριστικό ρόλο παίζει επίσης, και η ρεαλιστική θεώρηση του πράγματος. Αν γίνεται αυτοσκοπός του μονάχα το να κατακτάει «κορυφές», δεν ξέρω αν όντως κάτι τέτοιο θα τον οδηγήσει στη σωστή κατεύθυνση. Προφανώς, και είναι ωραίες οι στιγμές αναγνώρισης του κόπου κάποιου. Ωστόσο, είναι απαραίτητο πριν προτρέξει σε αυτές, να έχει κατά νου το κίνητρο που τον ωθεί να γράφει, να αντεπεξέρχεται στις προκλήσεις και να προχωράει μπροστά με πιο στιβαρά βήματα, αλλά εξαρτάται η ποιότητα που θα δώσει κάποιος σε αυτόν τον στόχο-εφαλτήριο και στις προσδοκίες που τροφοδοτούν την ανάγκη του να γράφει. Από την άλλη, το να παρατηρεί κανείς πως ναι μεν, παράγει αξιόλογα έργα, όμως, παραμένει σε χαμηλές πωλήσεις, σ’ αυτό το κομμάτι υπεισέρχεται ο παράγοντας της προώθησης. Αυτό από μόνο του συνεπάγεται ένα προσεγμένο πλάνο διαχείρισης και εντατικής ενασχόλησης, ώστε να διαδοθεί και ευρύτερα ο τίτλος του εκάστοτε βιβλίου. Νομίζω ότι και αυτή η προσπάθεια προϋποθέτει συνεχή επαγρύπνηση και δουλειά από μέρος ενός συγγραφέα είτε όταν συστήνεται για πρώτη φορά στο κοινό, είτε όταν έχει διαγράψει κάποια πορεία μέχρι τώρα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα νέα εργαλεία, εφαρμογές και πλατφόρμες που αναδύονται κάθε φορά, μπορούν να διευκολύνουν κάποιον στη διαδικασία προώθησης των έργων του. Απλώς, και σε αυτήν την περίπτωση χρειάζεται ψάξιμο, ενεργή εμπλοκή, υπομονή, και επιμονή.
Μας συγχωρείτε για την μικρή διακοπή. Είχαμε μια μικρή επιπλοκή με το ρεύμα, αλλά είμαι σίγουρος πως καμία δαιμονική ύπαρξη δεν προσπαθεί να μας ρουφήξει τις ψυχές. Συνεχίζουμε. Το Horror όπως και το «ξαδερφάκι» του – όπως το αποκαλώ – Fantasy, αντιμετωπίζει δυσκολίες στον Ελληνικό Εκδοτικό χώρο. Πιστεύεις πως ο κόσμος ζει σε ένα ήδη αρκετά τρομακτικό περιβάλλον (ανεργία, φτώχεια, γρήγοροι ρυθμοί ζωής) κι έτσι αποζητά πιο ανάλαφρα αναγνώσματα; Ή μήπως δεν έχουμε εμπιστευτεί ακόμα το genre σαν χώρα;
Πιστεύω πως με σταθερά βήματα το horror αρχίζει να κερδίζει μεγαλύτερο έδαφος στον Ελληνικό Εκδοτικό χώρο. Ναι μεν, μέχρι τώρα μπορεί να αντιμετωπιζόταν με κάποιες επιφυλάξεις, όμως, έχω την εντύπωση ότι σταδιακά αίρεται κάτι τέτοιο ως συνθήκη. Και σε αυτό συντελεί το γεγονός ότι υπάρχουν εξαιρετικά έργα από Έλληνες συγγραφείς του horror είδους όπως π.χ. ο Παντελής Μαυρομμάτης, ο Μιχάλης Δαγκλής, ο Κωνσταντίνος Κέλλης, η MrsPhantom (Σοφία Καλαϊτζίδου), ο Γιώργος Κωστόπουλος, ο Ντίνος Χατζηγιώργης ο οποίος δυστυχώς έφυγε πρόωρα από τη ζωή, και πολλοί άλλοι εκπρόσωποι της λογοτεχνίας τρόμου που την εμπλουτίζουν με βιβλία-διαμάντια. Όσον αφορά, στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σου, δεν γνωρίζω σε ποιον βαθμό η ρουτίνα, οι καταιγιστικοί ρυθμοί, η ανεργία, η βία σε όλες τις εκφάνσεις της, επηρεάζουν την κρίση και την προτίμηση του κοινού ως προς το horror είδος. Σίγουρα, «τίποτα πιο άγριο από την καθημερινότητα», όμως, ο τρόπος που θα επιλέξει κάποιος να αποστασιοποιηθεί για λίγο από αυτό που βιώνει ως κανονικότητα είναι κι ένας μηχανισμός άμυνας και πνευματικής διαφυγής. Είναι σαν να αποζητάει να απεμπλακεί, να απεγκλωβιστεί έστω και προσωρινά από το κατά τ’ άλλα αναπόδραστο πλαίσιο της πραγματικότητας, και έτσι ‘πατάει’ παύση σε όσα τον βομβαρδίζουν συνεχώς, ώστε να φιλτράρει και να μεταβολίσει καλύτερα ένα μεγάλο τμήμα τους. Για παράδειγμα, το να διαλέξει κάποιος να διαβάσει ένα μυθιστόρημα τρόμου, μπορεί να το κάνει γιατί επιδιώκει να γεμίσει αυτές τις στιγμές του με λίγο διαφορετική ένταση. Παράλληλα, ξέρει ότι στην περίπτωση της ιστορίας που διαβάζει θα μάθει το τέλος, δηλαδή, θα μπει κάποτε μία τελεία με ό,τι κι αν επιφυλάσσει για τον ήρωα της ιστορίας ο επίλογος (καθαρτήριος ή μη), και η συγκεκριμένη αγωνία του αναγνώστη θα βρει τη λύση της σε σύγκριση με άλλες πιο αληθινές και πιο προσωπικές που τον ακολουθούν διαρκώς στον πραγματικό κόσμο.
Θα έγραφες την ιστορία από ένα Horror Game; Αν ναι, δώσε μας δυο τρία στοιχεία να μας hook-άρεις που έλεγε και ο προπάππους μου που σίγουρα δεν έχει στοιχειώσει την καλύβα. (Πρωταγωνιστ@, Μέρος, Χρονολογία, Horror Sub-genre κ.λπ).
Αν έγραφα την ιστορία ενός horror game, θα επεξεργαζόμουν ένα narrative μεταποκαλυπτικό, τοποθετημένο στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με πρωταγωνίστρια μία Ρωσίδα πιλότο από το τάγμα των Night Witches, η οποία σε ένα παράλληλο σύμπαν εφορμά από τους ουρανούς εναντίον νεκροζώντανων Ναζί.
Μπορείς να γίνεις πνεύμα ή δαίμονας ή οτιδήποτε θέλεις σε τέτοια φάση ρε παιδί μου και να στοιχειώσεις ένα μέρος για μια ολόκληρη μέρα. Ποιο μέρος διαλέγεις και γιατί;
Αν μπορούσα να μεταμορφωθώ σε ένα υπερφυσικό πλάσμα, μπορεί να διάλεγα να γίνω shapeshifter. Εντάξει, εν προκειμένω δεν απαντάται το στοίχειωμα, όμως, δεν θα ‘χανα με τίποτα την ευκαιρία να δω την έκπληξη στο πρόσωπο ενός δικού μου ατόμου (που δεν έχει δίδυμο/-η ή σωσία), και να του έκανα δυο-τρία χουνέρια!
Τρομάζεις κι η ίδια όταν γράφεις ή έχεις αποκτήσει πλέον ένα είδος «ανοσίας» ας το πούμε;
Νομίζω ότι κάθε φορά που καταπιάνομαι με τη συγγραφή ενός horror διηγήματος, αυτό ενέχει από μόνο του το να νιώσω φόβο, καθώς επεξεργάζομαι πιθανές εκδοχές για την έκβασή του. Και ενδεχομένως να είναι και ένα καλό κριτήριο για να αναπτύξει κάποιος την εκάστοτε ιστορία και να διαπιστώσει τι ταιριάζει να εντάξει σε αυτήν, και εν τέλει τι να αποκλείσει.
Το φως του φεγγαριού μέσα από το μοναδικό παράθυρο του δωματίου λούζει ένα σεντούκι της βικτωριανής εποχής. Τα βήματα σου κάνουν τις σανίδες να στριγκλίζουν. Στο μυαλό σου ακούγονται σαν ικεσίες που σε προτρέπουν να γυρίσεις πίσω. Ανοίγεις το σεντούκι και μέσα βρίσκεις ένα σφραγισμένο γράμμα ποτισμένο με ξεραμένο αίμα. Σπας τη σφραγίδα και το ξετυλίγεις με αργές κινήσεις, ενώ οι τοίχοι γύρω σου μουγκρίζουν από τον άνεμο που μοιάζει να μαζεύεται γύρω σου λες και θέλει κι ο ίδιος να κρυφοκοιτάξει το περιεχόμενο. Το ανοίγεις και βλέπεις γραμμένη με ανόμοια γράμματα την πρόταση: Τρεις Συγγραφικές Συμβουλές – δραματικός κεραυνός – της Στέλλας Παπασαραφιανού. Ποιες πιστεύεις θα ήταν αυτές;
Μπαίνω κατευθείαν στο θέμα με την ελπίδα ότι θα γλιτώσω και δεν θα βρω μοιραία κατάληξη μέσα στο σεντούκι υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες:
1) Μην αποκαρδιώνεσαι και μείνε απερίσπαστος/-η στον στόχο σου για ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα όσον αφορά στο concept της εκάστοτε ιστορίας, για να υπάρχει συνέπεια, σφιχτή δομή και συνοχή μέχρι το τέλος.
2) Πάρε βαθιά ανάσα και μην σε πτοεί αν στερέψεις από ιδέες. Απλώς, πάρε τον χρόνο σου μέχρι να επανέλθεις εκεί όπου σταμάτησες, να γράφεις όσες φορές κι αν χρειαστεί να κάνεις παύση.
3) Προσπάθησε να αποδώσεις όσο πιο πιστά γίνεται σε επίπεδο σωματοποίησης το πώς νιώθουν τα πρόσωπα της ιστορίας σου σε μία πρόκληση, λ.χ. τα ρίγη που νιώθω τώρα εγώ με το ξεραμένο αίμα πάνω στο σημείωμα που μ’ έβαλες να διαβάσω και δεν ξέρω τι με περιμένει από εδώ και πέρα!
Πιστεύεις υπάρχουν «δυνατά χαρτιά» της Ελληνικής Λαογραφίας (παραδόσεις, μύθοι, τρομακτικές ιστορίες) που μπορούν να αναγάγουν το Ελληνικό Horror και να το κάνουν πιο ελκυστικό στο αναγνωστικό κοινό; Δώσε μας μπόνους και μία/ένα πόλη/χωριό της Ελλάδας που θα της/του ταίριαζε να φιλοξενήσει μια Horror Ιστορία!
Πιστεύω πως ήδη υπάρχουν πολύ δυνατά ονόματα που μέσα από την γραφή τους και την αξιοποίηση της Ελληνικής Λαογραφίας ανεβάζουν τον πήχη στον χώρο του σύγχρονου Ελληνικού Horror. Ο Χρυσόστομος Τσαπραϊλης, ο Κωνσταντίνος Δομηνίκ, και άλλοι αξιόλογοι συγγραφείς, κερδίζουν αβίαστα το ενδιαφέρον του κόσμου όσον αφορά στο folk horror είδος και κάνουν το κοινό να εκτιμήσει πιο βαθιά την αξία που κρύβεται στις τρομακτικές ιστορίες και στους θρύλους που ριζώνουν σε κάθε τόπο. Όσον αφορά στο μέρος που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως πεδίο δράσης μιας horror ιστορίας, θα σου ανέφερα ως τοποθεσία τον Φάρο «Μεγάλο Έμβολο» που κατασκευάστηκε το 1864 και βρίσκεται στην άκρη ναυτικής βάσης στο Αγγελοχώρι Θεσσαλονίκης. Είναι μία από τις περιοχές που γενικά μου έβγαζε αυτό το vibe και που θεωρώ ότι θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης!
Τι θα έλεγες στους ελληνόφωνους βιβλιόφιλους προκειμένου να εμπιστευτούν και να συμπεριλάβουν το Horror στις αναγνωστικές τους εμπειρίες;
Κάθε λογοτεχνικό είδος συγκεντρώνει τις προτιμήσεις του δικού του πιστού κοινού. Επομένως, αυτό που θα πρότεινα στους ένθερμους λάτρεις του horror είδους στην Ελλάδα, είναι να σταθούν λιγάκι πιο δεκτικοί και ανοιχτοί στην προοπτική να βάλουν στη λίστα τους και horror βιβλία Ελλήνων συγγραφέων. Είναι σίγουρο πως εκεί έξω κυκλοφορούν μοναδικές ευκαιρίες συναρπαγής με το μακάβριο και το ανοίκειο που γεννά με αστείρευτη φαντασία και απίστευτη ζωντάνια η εγχώρια παραγωγή λογοτεχνικού τρόμου!
Παραμονεύει κάτι στις σκοτεινές γωνιές του μυαλό σου; Κοινώς, ετοιμάζεις κάποιο καινούριο έργο που θα ήθελες να μοιραστείς;
Αυτήν την περίοδο θα έλεγα ότι έχω συλλάβει κάποιες ιδέες που θα μπορούσαν να γίνουν διηγήματα. Ωστόσο, δεν έχω κατορθώσει ακόμα να δώσω σε αυτές μία πιο απτή μορφή. Προς το παρόν γράφω και σβήνω σημειώσεις. Όμως, ευελπιστώ προσεχώς να τα καταφέρω και με την άφιξη του φθινοπώρου να αρχίσω να γράφω ξανά με πιο συγκροτημένο και συστηματικό τρόπο!
Όχι ρε γαμώ! Λίγο πριν το κλείσιμο ξαναπέφτει το ρεύμα… Είναι δυνατόν; Δώσε μου μισό ρε Στέλλα να πάω στο υπόγειο να σηκώσω τον διακόπτη.
Στέλλα, έχει περάσει ένα καλό δεκάλεπτο και ο Κωνσταντίνος δεν έχει επιστρέψει. Ξαφνικά ακούς βαριά βήματα από τη σκάλα που οδηγεί στο υπόγειο και μπροστά σου εμφανίζεται…
Α) Ο Pennywise
B) Ο Hannibal Lecter
C) Ο Jigsaw
Ποιον διαλέγεις και τι θα του έλεγες για να σε αφήσει να ζήσεις;
Παρακαλώ πολύ, μη με φορέσεις σαν μάσκα!
Hannibal Lecter διαλέγω, όπως κατάλαβες. Και θα διακινδυνεύσω να του προτείνω μία πιο vegan επιλογή για τα γούστα του, προσφερόμενη να του κάνω το τραπέζι και ελπίζοντας να με βγάλει από το αποψινό του μενού! Ξέρουμε όλοι ήδη πώς θα πάει αυτό…
Δώσε μας ρε Στέλλα, κανένα social και σελίδες με τα έργα σου σε περίπτωση που κάποιος θελήσει να τσεκάρει τη δουλειά σου.
Βεβαίως! Όποιος θέλει, μπορεί να ανατρέξει στα accounts μου στο Facebook και στο Instagram για να με ακολουθήσει και να μαθαίνει νεότερα για το «Αντέχεις το Σκοτάδι;» και άλλα συγγραφικά μου εγχειρήματα. Να συμπληρώσω ότι αυτό το διάστημα είμαι σε διαδικασία δημιουργίας και του προφίλ μου στο Goodreads, οπότε θα έχετε σύντομα updates και γι’ αυτό!
Παρακάτω, παραθέτω και τα links του βιβλίου μου «Αντέχεις το Σκοτάδι;» και της συλλογής «Δέκα Χρόνια Παράξενες Μέρες» για όποιον θέλει να τα αναζητήσει:
Στέλλα σε ευχαριστώ πραγματικά μέσα από την καρδιά μου για την συνέντευξη. Ελπίζω να γούσταρες κι εσύ το ίδιο με μένα και σου εύχομαι κάθε επιτυχία στο συγγραφικό σου ταξίδι! Υπάρχει κάτι τελευταίο που θα ήθελες να πεις πριν γίνω κι εγώ ένα με τα πνεύματα της καλύβας μου;
Σ’ ευχαριστώ πολύ, Κωνσταντίνε, γι’ αυτήν την ιδιότυπη φιλοξενία και απολαυστική συνέντευξη που προς μεγάλη μου έκπληξή μου διαπιστώνω ότι κατέληξε σε séance! Θερμά συγχαρητήρια και για τη νέα εκδοτική στέγη που βρήκες στις Εκδόσεις Παράξενος Ελκυστής, εντός της οποίας αναμένεται να γεννηθεί το νέο σου συγγραφικό τέκνο! Το περιμένω πώς και πώς! Ελπίζω να τα ξαναπούμε σύντομα! Καλή και δημιουργική συνέχεια σε όλα τα μελλοντικά συγγραφικά σου σχέδια που ανυπομονώ να φτάσουν και αυτά σε έντυπη μορφή στα χέρια μου!
Θα ήθελα να δώσω κι ένα ακόμα ευχαριστώ στη Στέλλα, επειδή μέσα από την συνέντευξη της προωθεί με έναν πολύ όμορφο κι ανιδιοτελή τρόπο κι άλλους εγχώριους συγγραφείς. Ένα παράδειγμα για όλους μας, καθώς πρέπει να θυμόμαστε πως αυτή η δουλειά/ενασχόληση – όπως και να την αποκαλεί ο καθένας- χρειάζεται συλλογικότητα και αλληλεγγύη για να αναδειχθεί.


Comments